Προϊόν συμβιβασμού μεταξύ χωρών με διαφορετικά γεωπολιτικά συμφέροντα, η Συμφωνία της Γλασκόβης, κρατάει ζωντανό το στόχο για συγκράτηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη στους 1,5 °C, χωρίς όμως να εγγυάται την υλοποίησή του.

«Καλοδεχούμενα βήματα μπροστά, που όμως δεν είναι αρκετά». Με αυτή τη φράση συνόψισε ο Αντόνιο Γκουτέρες, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ το αποτέλεσμα της 26ης Συνδιάσκεψης για το Κλίμα, της COP26, στη Γλασκόβη της Σκοτίας. Μπορεί ο στόχος για την συγκράτηση της ανόδου της παγκόσμιας θερμοκρασίας στους 1,5°C ως το τέλος του αιώνα να κρατήθηκε ζωντανός, όμως «ο σφυγμός του είναι αδύναμος, και θα επιβιώσει μόνο αν κρατήσουμε τις υποσχέσεις μας», παραδέχθηκε ο πρόεδρος της Συνδιάσκεψης και Βρετανός Υπουργός Επιχειρηματικότητας Αλόκ Σάρμα. Σύμφωνα με το Δείκτη Δράσης για το Κλίμα (Climate Action Tracker), που συντάσσουν οι επιστημονικές ομάδες των ανεξάρτητων θεσμών New Climate Institute και Climate Analytics, ακόμα και αν όλες οι δεσμεύσεις της Σύμβασης της Γλασκόβης τηρηθούν στο ακέραιο, η άνοδος της θερμοκρασίας θα κινηθεί στους 1,8°C και στους 2,1°C αν τηρηθούν οι βασικοί στόχοι.Το αμέσως χειρότερο σενάριο προβλέπει άνοδο της θερμοκρασίας κατά 2,4°C αν τηρηθούν οι δεσμεύσεις της ατζέντας 2030 για το κλίμα, όπως η μείωση των εκπομπών του αερίου του θερμοκηπίου κατά 40% σε σύγκριση με το 1990, ενώ αν συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση η θερμοκρασία θα ανέβει κατά 2,7°C. Όπως έχει τονίσει επανειλημμένα ο επικεφαλής του ΟΗΕ, κάθε άνοδος της θερμοκρασίας πάνω από το όριο των 2°C θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις, με μικρές νησιωτικές χώρες να σβήνονται από το χάρτη λόγω της ανόδου της στάθμης των θαλασσών και πληθυσμούς να απειλούνται με λιμό εξαιτίας των ακραίων καιρικών φαινομένων.

Αν πάλι θέλουμε να δούμε το ποτήρι μισογεμάτο, η παρακαταθήκη του Συμφώνου της Γλασκόβης, δεν είναι αμελητέα. Η έκκληση για «σταδιακή μείωση» της χρήσης άνθρακα και των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα αντί για «σταδιακή κατάργηση», είναι μεν προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα σε χώρες με διαφορετικά γεωπολιτικά και ενεργειακά συμφέροντα. Ακόμα κι έτσι όμως αποτελεί δείγμα προόδου, καθώς για πρώτη φορά αναφέρονται ρητά σε επίσημο κείμενο του ΟΗΕ ο άνθρακας τα ορυκτά καύσιμα, και ειδικά ο άνθρακας, ως βασικές αιτίες της κλιματικής αλλαγής.

Θετικές δεσμεύσεις, με ηχηρές απουσίες
Στα θετικά της COP 26 είναι ότι 140 χώρες, που εκπροσωπούν πάνω από το 90% του παγκόσμιου ΑΕΠ συμφώνησαν να μειώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στο μηδέν ως το τέλος της δεκαετίας. Εξίσου ενθαρρυντικό είναι ότι ηγέτες από περισσότερες από 120 χώρες, που αντιπροσωπεύουν το 90% των παγκόσμιων δασών, δεσμεύθηκαν να σταματήσουν, και να αντιστρέψουν την αποψίλωση των δασών ως το 2030. Ελπιδοφόρα χαρακτηρίστηκε και η «Παγκόσμια Δέσμευση για το Μεθάνιο», την οποία επεξεργάστηκαν από κοινού οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις ΗΠΑ και την υπέγραψαν πάνω από 100 χώρες, συμφωνώντας να μειώσουν ως και 30% τις εκπομπές μεθανίου ως το 2030. Σχεδόν το 30% της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας από τη βιομηχανική επανάσταση ως σήμερα οφείλεται στις εκπομπές μεθανίου τόνισε στην σχετική της ομιλία η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν, προσθέτοντας ότι το μεθάνιο συμβάλλει ως και 80 φορές περισσότερο στην υπερθέρμανση του πλανήτη από ό,τι το διοξείδιο του άνθρακα. Λαμβάνοντας υπ’όψιν ότι οι εκπομπές μεθανίου αυξάνονται σήμερα με ταχύτερο ρυθμό από ποτέ, η δραστική μείωσή τους θεωρείται ότι θα έχει άμεσο θετικό αποτέλεσμα, αναχαιτίζοντας την άνοδο της θερμοκρασίας κατά 0,3 βαθμούς Κελσίου ήδη από το 2040.

Πάνω από 40 χώρες, ανάμεσά τους κράτη με υψηλή εξάρτηση από τον άνθρακα, όπως η Πολωνία, το Βιετνάμ και η Χιλή συνυπέγραψαν τη Δέσμευση για τον Άνθρακα, συμφωνώντας καταργήσουν τη χρήση του ως το 2030 για τις ανεπτυγμένες οικονομίες και ως το 2040 σε όλο τον πλανήτη. Ηχηρές ωστόσο ήταν οι απουσίες ισχυρών χωρών όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ. Οι τελευταίες συνυπέγραψαν εναλλακτικό ψήφισμα, μαζί με άλλες 32 χώρες, δεκάδες τράπεζες και οικονομικούς θεσμούς, ότι ως το τέλος 2022 θα σταματήσουν να επιδοτούν τις «μη καθαρές» εξορύξεις καυσίμων, εκείνες δηλαδή που δεν χρησιμοποιούν συστήματα δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα για να το εμποδίσουν να απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα. Στα θετικά συγκαταλέγεται η επικύρωση του άρθρου 6 της συνθήκης του Παρισίου για την διεθνή αγορά ρύπων άνθρακα, που βάζει κανόνες στο «χρηματιστήριο» ρύπων και στη διεθνή συνεργασία των κρατών για τη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου. Η Συμφωνία της Γλασκώβης επαναλαμβάνει τη σύσταση που απευθύνεται συνεχώς από το 2009 για «ενίσχυση της χρηματοδότησης της δράσης για το κλίμα από τις ισχυρές προς στις ανεπτυγμένες χώρες, σε πάνω από 100 δισ. δολάρια το χρόνο», κάτι το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει υλοποιηθεί.

Επιχειρηματικότητα και κλιματική αλλαγή: 130 τρισεκατομμύρια δολάρια υπέρ των στόχων του ΟΗΕ για το κλίμα
Οι επιχειρήσεις πρωταγωνίστησαν στην COP26, καθώς περίπου 500 παγκόσμιες εταιρείες χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, που αντιπροσωπεύουν κεφάλαια 130 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, το 40% του παγκόσμιου κεφαλαίου, δεσμεύθηκαν να εναρμονιστούν με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισίου για το κλίμα, μεταξύ τους και ο περιορισμός της ανόδου της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς Κελσίου. Μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες, όπως οι Ford, Volvo, Jaguar-Land Rover, Μercedes-Benz, συνυπέγραψαν την κοινή διακήρυξη 100 εθνικών και τοπικών κυβερνήσεων και πόλεων να σταματήσουν τις πωλήσεις αυτοκινήτων με «να εργαστούν σε κοινή κατεύθυνση ώστε όλες οι πωλήσεις νέων αυτοκινήτων και φορτηγών παγκοσμίως να αφορούν οχήματα μηδενικών ρύπων», με χρονικό ορίζοντα το 2040, ή το αργότερο ως 2035 για τις κυρίαρχες αγορές.

Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF) εστιάζει στην επιτυχία της καμπάνιας «Race to Zero», για μηδενικές εκπομπές άνθρακα ως το 2050 το αργότερο, την οποία έχουν αγκαλιάσει πλέον πάνω από 3.000 επιχειρήσεις παγκοσμίως και 170 από τους μεγαλύτερους διεθνείς επενδυτές – μαζί με 700 πόλεις, 30 περιφέρειες κα 600 ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Στο επίπεδο της επιχειρηματικής ηγεσίας, το WEF ξεχωρίζει τη Συμμαχία των CEOs για το Κλίμα, στην οποία συμμετέχουν πάνω από 90 διευθύνοντες σύμβουλοι πολυεθνικών επιχειρήσεων, συμφωνώντας σε κοινή δράση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για τη μείωση των εκπομπών ρύπων. Από την άλλη, αρνητικές κριτικές συγκέντρωσε η ισχυρότατη παρουσία της βιομηχανίας των ορυκτών καυσίμων, καθώς τουλάχιστον 100 εταιρείες πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα εκπροσωπήθηκαν στην COP26, με περισσότερους από 500 λομπίστες, πολύ περισσότερους από τους συνέδρους που έστειλαν ακόμα και οι μεγαλύτερες χώρες.

Η Ελλάδα στον απόηχο της COP26: Όλα τα βλέμματα στον Κλιματικό Νόμο
Ανάμικτες εντυπώσεις άφησε η Συνδιάσκεψη της Γλασκόβης στους ‘Έλληνες εκπροσώπους των περιβαλλοντικών οργανώσεων. Συγκρατημένες ήταν οι δηλώσεις του Δημήτρη Ιμπραήμ, υπεύθυνου του τομέα για το κλίμα και την ενέργεια στο WWF Ελλάς. Το ελληνικό τμήμα του Παγκόσμιου Ταμείου Για τη Φύση, χαρακτηρίζει «απογοητευτικό» το κλείσιμο της COP26, σημειώνοντας ωστόσο ότι «διατηρείται ανοιχτό ένα στενό περιθώριο για την επίτευξη του στόχου του 1,5°C και επιμένοντας ότι «η ώρα για δράση ξεκινά τώρα για την Ελλάδα». Στα θετικά αποτελέσματα που προέκυψαν η WWF συγκαταλέγει το «αίτημα των πολιτών για αξιοπιστία, με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες να δημιουργεί μια Ομάδα Εμπειρογνωμόνων Υψηλού Επιπέδου για να δώσει σαφήνεια στις ανακοινώσεις των επιχειρήσεων για τη μείωση των εκπομπών τους». Όσο για τον ρόλο που μπορεί να παίξει η Ελλάδα η WWF δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο κλιματικό νομοσχέδιο, που βρίσκεται υπό δημόσια διαβούλευση ως τις 24 Δεκεμβρίου. «Ο κλιματικός νόμος αποτελεί το ιδανικό εργαλείο που θέτει το πλαίσιο, τους ενδιάμεσους στόχους για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και τα απαραίτητα ορόσημα – εμβληματικές πολιτικές που θα δίνουν το κρίσιμο στίγμα για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, την προστασία της φύσης και τη δίκαιη μετάβαση για όλους», καταλήγει η οργάνωση.

Σε αντίστοιχο μήκος κλίματος η Σάντυ Φαμελιάρη, υπεύθυνη Προγραμμάτων για την Κλιματική Αλλαγή της Greenpeace Greece, παραδέχεται, μιλώντας στο ESG+ ότι δεν υπήρχαν υψηλές προσδοκίες από την φετινή COP26, αφού «γνωρίζουμε ότι οι κοινές δεσμεύσεις απαιτούν ομοφωνία, και γι’αυτό οι τελικές αποφάσεις που προκύπτουν από τις διασκέψεις για το κλίμα είναι πάντα πιο μετριοπαθείς».

Η ίδια προσθέτει ότι «ειδικά από την Ελλάδα θα περιμέναμε να ακούσουμε περισσότερα πράγματα για την εξοικονόμηση ενέργειας, με παρεμβάσεις στα κτίρια και ενίσχυση των ενεργειακά φτωχών. Αντίθετα ακούστηκαν και παρεμβάσεις υπέρ των ορυκτών καυσίμων – όπως το φυσικό αέριο, κάτι που μας ξένισε». H εκπρόσωπος της Greenpeace Greece τονίζει ότι παράλληλα με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί και στο κομμάτι της κλιματικής προσαρμογής, περιμένοντας να δει χειροπιαστές λύσεις στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο για το κλίμα.


Δημήτρης Ιμπραήμ, Υπεύθυνος του Τομέα για το Κλίμα και την Ενέργεια της WWF Eλλάς

«Βρίσκεται η ανθρωπότητα σε ένα καλύτερο σημείο για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης μετά τη Διάσκεψη της Γλασκόβης; Σίγουρα. Βρίσκεται στο σημείο που πρέπει για να αντιμετωπίσει οριστικά την κλιματική κρίση μετά τη Διάσκεψη της Γλασκόβης; Όχι.

Οι κυβερνήσεις πρέπει να προχωρήσουν τώρα σε πολιτικές υλοποίησης για την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, τη στροφή στην καθαρή ενέργεια, την προστασία της φύσης και τη χρηματοδότηση των αναπτυσσόμενων κρατών, ώστε να δείξουν ουσιαστικά αποτελέσματα. Σε διαφορετική περίπτωση η αξιοπιστία τους θα καταρρεύσει».


Σάντυ Φαμελιάρη, Υπεύθυνη Προγραμμάτων για την Κλιματική Αλλαγήτης Greenpeace

«Επειδή θα πρέπει να ζήσουμε με τα ακραία καιρικά φαινόμενα, ακόμα και αν πιαστεί ο στόχος για περιορισμό της υπερθέρμανσης στον 1,5°C οφείλουμε να θεσπίσουμε αποτελεσματικά μέτρα προστασίας απέναντι στην κλιματική κρίση. Σε αυτή την κατεύθυνση περιμένουμε να δούμε διατάξεις για την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας, τον εξηλεκτρισμό των μεταφορών, την προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας, την ενίσχυση της αναγεννητικής γεωργίας, που βοηθάει το έδαφος να γίνει εύφορο και να δεσμεύει το διοξείδιο του άνθρακα. Κυρίως όμως περιμένουμε τις διατάξεις του κλιματικού νομοσχεδίου για την μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την ενεργειακή μετάβαση».